"ΤΡΙΟΜΕΡΗΤΙΚΟΣ" σε τρεις παραλλαγές...

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

"ΤΡΙΟΜΕΡΗΤΙΚΟΣ" σε τρεις παραλλαγές...

Δημοσίευση από ΑΠΕΙΡΟΣ Την / Το Τετ 30 Ιαν 2008, 3:27 pm

τρεις παραλλαγές του ίδιου τραγουδιού έτσι όπως περιέχονται στη συλλογή του ΓΡΗΓΟΡΗ ΚΑΤΣΑΛΙΔΑ "ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΟΡΕΙΟ ΗΠΕΙΡΟ". μια πρόταση για μια συγκριτική προσέγγιση σε ένα δείγμα της ποιητικής ποικιλομορφίας του πολυφωνικού τραγουδιού

ΤΡΙΟΜΕΡΗΤΙΚΟΣ ΓΑΜΠΡΟΣ

Τριομερήτικος γαμπρός δώδεκα χρόνους σκλάβος,
επήγε και σκλαβώθηκε σε φράγκικο καράβι.
Έπεσε νΆ αποκοιμηθεί, λίγο ύπνο για να κάνει,
ΕίδΆ όνειρο στον ύπνο, παντρεύεται η καλή του,
κι από τη στεναχώρια του βαριά αναστενάζει.
Τόσο βαριά αναστέναξε, που στάθΆκε το καράβι.
Καραβοκύρης φώναξε, ψηλά απΆ το κατάρτι:
-Ποιος είναι κι αναστέναξε και στάθΆκε το καράβι;
Αν είναι από τους δούλους μου, διπλά θα τον πληρώσω,
κι αν είναι από τους σκλάβους μου, θα τόνε ξεσκλαβώσω.
Κι ο Κώστας ΅πολογήθηκε ΅πο μέσα απΆ το καράβι:
-Εγώ ΅μαι πΆ αναστέναξα και στάθΆκε το καράβι.
-ΤΆ έχεις, Κώστα, που θλίβεσαι και βαριαναστενάζεις;
Μηνά πεινάς, μήνα διψάς, μήνα ρούχα σου λείπουν;
-Ουδέ πεινώ κι ουδέ διψώ κι ούδε ρούχα μου λείπουν.
ΕίδΆ όνειρο στον ύπνο μου, παντρεύεται η καλή μου.
-Κώστα για το χατίρι σου, θα σε ξελευτερώσω.
Βάλε τελάλη στΆ άλογα σε δώδεκα τσαΐρια,
Ποιο είναι τΆ άξιο τΆ άλογο, τΆ άξιο και της αρέντας.
Τρεις μέρες το περπάτημα, τρεις ώρες να το κάμει.
Κι όσΆ άλογα το άκουσαν, έπεσαν να ψοφήσουν,
κι όσες φοράδες τΆ άκουσαν, έπεσαν κι απορίξαν,
κι όσα μουλάρια τΆ άκουσαν ελιανοκατουργιόνταν.
Ένας γρίβας παλιόγριβας, σαραντοπληγιάρης
Επάησε και χλιμίντρισε στην άκρη στο τσαΐρι:
-Εγώ είμαι τΆ άξιο τΆ άλογο, τΆ άξιο και της αρέντας.
Τρεις μήνες να είναι μακριά τρεις μέρες θα το κάμω,
τρεις μέρες να είναι μακριά, τρεις ώρες θα το κάμω,
αν μΆ αβγατήσεις την τροφή (ταή), σαρανταπέντε χούφτες,
αν μΆ αβγατήσεις το νερό σαρανταπέντε κούπες,
να δέσεις το κεφάλι σου με δώδεκα μαντίλια,
να δέσεις την μεσούλα σου μαζί με τη δική μου.
Τυχαίνει λάκκος κι απηδώ, γκρεμός και πέφτεις κάτω.
Στο δρόμο όπου πήγαινε, στο δρόμο που πηγαίνει
Παρακαλούσε κι έλεγε, παρακαλά και λέει:
Είθε να βρω τη μάνα μου, στη βρύση που να πλένει,
να βρω και τον πατέρα μου, στΆ αμπέλι να κλαδεύει.
Κι όπως επαρακάλεσε, έτσι και τους βρήκε:
-Καλημέρα σου μπάρμπα μου, -Καλώς τον το διαβάτη
-Μπάρμπα που γίνεται χαρά, που γίνονται τα γλέντια;
Γιατί λαλάνε τα βιολιά και ποιανού νύφη παίρνουν;
-Της αστραπής και στις βροντής, του γιου μου του χαμένου,
που χάθΆκε μέσα στη σκλαβιά, δώδεκα χρόνους τώρα,
που σήμερα η γυναίκα του θα πάρει άλλον άντρα,
εψές επήραν τα προικιά και σήμερα την νύφη.
-Να σφίξω ΅γώ το γρίβα μου, το που θα τους προφτάσω;
-Αν είναι ο γρίβας γρήγορος τους φτάνεις μες στο δρόμο,
κι αν είναι ο γρίβας άναργος εκεί που στεφανώνουν.
Ο γρίβας βγήκε γρήγορος, τους πρόφτασε στο δρόμο.
Καλημέρα συμπέθεροι, -Καλώς τον διαβάτη.
-Πως το ΅χετε στον τόπο σας τη νύφη να κεράσω;
-Εμείς στον τόπο το Άχουμε τη νύφη να κερνούμε.
-Όποιος γρόσια κι όποιος φλωριά και όποιος δαχτυλίδια.
Το δαχτυλίδι (ν) έβγαλε στέκει και την κεράει.
Η νύφη γράμματΆ ήξερε, στέκει και το διαβάζει.
-Τούτος είνΆ ο αρραβώνας μου, το πρώτο μου στεφάνι
στην αγκαλιά του ρίχτηκε, στα κάπουλα τη βάνει
-Έχετε γεια συμπέθεροι, γαμπρέ σαν το γομάρι.
΅Όσο να πούνε «που ΅ναι τος», πήρε σαράντα ράχες,
κι όσο να πούνε «πιάστε τον» κι άλλες σαράντα πέντε.

32. Νίκ. 42. Παναγ. 102. Φωτ. ? Λύτ. 41.

Κατσαλίδας 67 ? 68



ΤΡΙΟΜΕΡΗΤΙΚΟΣ ΓΑΜΠΡΟΣ (1η παραλλαγή χωριού Σωτήρα)

Ερχόμασταν απΆ την Ανατολή μΆ ένα χρυσό καράβι,
είχαμε σκλάβους όμορφους στα σίδερα δεμένους.
Ο σκλάβος αναστέναξε κι εστάθη το καράβι,
κι ο καπετάνιος φώναξε απάνω απ' το κατάρτι:
-Ποιος είναι πΆ αναστέναξε κι εστάθΆκε το καράβι;
-Εγώ είμαι πΆ αναστέναξα κι εστάθΆκε το καράβι.
-Σκλάβε πεινάς, σκλάβε διψάς, σκλάβε μην θέλεις ρούχα;
-Ούδε πεινώ, ουδέ διψώ κι ούτε ρούχα μου λείπουν,
τον τόπο μου θυμήθηκα τη δόλια μου γυναίκα,
που ήμουν τριών μερών γαμπρός, δώδεκα χρόνια σκλάβος.
-Σκλάβε μΆ για τραγούδησε και θα σε λευτερώσω.
-Πόσες φορές τραγούδησα και λευτεριά δεν είδα;
Μα αν είναι για τη λευτεριά θα ξανατραγουδήσω.
Εννιά καργιές εφύτεψα στης φυλακής την πόρτα
Κι απ΄ τις εννιά καρπό ΅φαγα και λευτεριά δεν είδα.
-Σκλάβε μου σύρε στο καλό, χαλάλι η λευτεριά σου?
΅ΕνΆ άλογο του χάρισε, τρία φλωριά του δίνει,
όσο να πει «έχετε γεια» πήρε σαράντα μίλια
κι όσο να πούνε «στο καλό» πήρε σαράντα πέντε.
Στο δρόμο όπου πήγαινε, στο δρόμο που πηγαίνει
?????????.

-Στην μπάντα-μπάντα οι άρχοντες, στην μπάντα οι συμπέθεροι,
στην μπάντα το παπαδαριό, θα με κεράσει η νύφη.
Τονε κεράει μια και δυο, στα μάτια το τηράει:
-Συμπέθεροι στα σπίτια σας, δικοί μου στο δικό σας.
Και ΅συ άντρα προσωρινέ, σύρε εις το καλό σου,
Εμένα μοΆ ΅ρθε ο άντρας μου, το πρώτο μου στεφάνι.


33. Αραβαντ. 4,2 (παραλ.). Νίκ 42. Πολ. 98 (παραλ.). Φωτ. ? Λύτ. 42.

Κατσαλίδας 69.


ΤΡΙΟΜΕΡΗΤΙΚΟΣ ΓΑΜΠΡΟΣ (2η παραλλαγή)

Τριομερήτικος γαμπρός δώδεκα χρόνους σκλάβος,
ποτέ δεν ονειρεύτηκε το δόλιο το σπίτι,
απόψε τΆ ονειρεύτηκε, είδε και στο όνειρό του,
πως πέρδικα είχε στο κλουβί κι άλλος την επήρε.
Βήκε και το τελάλησε(ν) από ψηλό λιθάρι:
Όσοι φίλοι κι αν τΆ άκουσαν, όλοι πέσαν του νόμου.
Ένας γρίβας παλιόγριβας, σαρανταδυοπληγιάρης,
εκείνος αντικρίστηκε(ν) απΆ όλη του την τάβλα.
- Αβγάτησέ μου την ταή σαρανταπέντε χούφτες,
δέσε και τα ματάκια σου με δυο τρία μαντίλια,
δέσε και την μεσούλα σου με δυο τρία ζωνάρι,
στους λόγους θα περάσουμε, στους κάμπους θα διαβούμε.
Στο δρόμο που περπάταγε, στο δρόμΆ που περπατούσε,
Θεόν επαρακάλεσε, Θεό παρακαλούσε:
- «Θεέ μΆ, να βρω τη μάνα μου, στη βρύση που να πλένει,
να βρω και τον πατέρα μου, στΆ αμπέλι να κλαδεύει.»
Κι όπως επαρακάλαγε, έτσι πάει και τους ήβρε.
- Καλή σου μέρα Μάκω μου, που πλένεις και λευκαίνεις.
- Καλώς το Γιαννακόπουλο, εσέ και τΆ άλογό σου.
- Να σε ρωτήσω, Μάκω μου, και να μου μαρτυρήσεις.
Τίνος ο γάμος γίνεται στον μαχαλά τον πέρα;
- Του Κώστα του γραμματικού, του γιου μου του χαμένου
Ακόμα μια τΆ αλόγου του στην εκκλησιά πηγαίνει.
ΚατέβηκΆ από τΆ άλογο(ν), εκεί που στεφανώναν
- Κακό ζακόνι το ΅χετε(ν), εσείς οι Ζαγορίσιοι,
τη νύφη δεν αφήνετε να την κερνούν οι ξένοι.
- Τη νύφη την αφήνουμε να την κερνούν οι ξένοι.
Κι αυτός έβγαλε κέρασμα την πρώτη τΆ αρραβώνα
κι η κόρη τον εγνώρισε, που ήταν ο καλός της.
- Συμπέθεροι, στα σπίτια σας και φίλοι στα δικά σας
κι εσύ, κύριε νιόγαμπρε, σύρε στΆ αρχοντικό σου,
εμένα μου ΅ρθε ο πρώτος μου, το πρώτο μου στεφάνι.

Πωγώνι

34. Σε καμία από τις παραπάνω συλλογές.

Κατσαλίδας 70.

ΑΠΕΙΡΟΣ
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 1023
Registration date : 07/11/2007

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή

- Παρόμοια θέματα

 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης